Η ηλεκτροπαραγωγή στο ενεργειακό κέντρο της Δυτικής Μακεδονίας, ο ρόλος και η προοπτική της λιγνιτικής παραγωγής, αλλά και θέματα όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση και οι σύγχρονες τεχνολογίες στην παραγωγή ενέργειας, αναπτύχθηκαν σε ημερίδα με θέμα το λιγνίτη που πραγματοποιήθηκε το πρωί της Παρασκευής 26/2 από τον Δήμο Κοζάνης, με τη συμμετοχή εισηγητών και φορέων.
Τους Οικολόγους Πράσινους εκπροσώπησε ο Λάζαρος Τσικριτζής, ο οποίος ανέπτυξε τις θέσεις των Ο.Π σχετικά με την μείωση της λιγνιτικής ισχύος και την δημιουργία νέων πράσινων θέσεων εργασίας με την ταυτόχρονη ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.
Ο Λ. Τσικιρτζής αναφέρθηκε επίσης στις σοβαρές επιπτώσεις του λιγνίτη στην υγεία και το περιβάλλον, που βαρύνουν αποκλειστικά και χωρίς κανένα ανταποδοτικό όφελος τις τοπικές κοινωνίες: «Η ΔΕΗ αργά ή γρήγορα θα τα μαζέψει και θα φύγει. Εάν δεν διεκδικήσουμε αύξηση των Τοπικών Πόρων, απόδοση μέρους του εξωτερικού κόστους και ειδικό τέλος μείωσης λιγνιτικής ισχύος ώστε να ξαναφτιάξουμε τον τόπο μας, τους απέραντους κρατήρες των εξοφλημένων ορυχείων και τους κατεστραμμένους υδατικούς πόρους, η έξοδος από το «τούνελ» θα είναι αδύνατη. Η ΔΕΗ θα έχει καταφέρει να αποδράσει, παίρνοντας οριστικό διαζύγιο, χωρίς μάλιστα να καταβάλει καμιά .. διατροφή!»
Διαβάστε παρακάτω τα βασικά θέματα που τέθηκαν από τους Ο.Π:
Στα πλαίσια της ημερίδας για τον λιγνίτη στην Δυτική Μακεδονία ο Λάζαρος Τσικριτζής, εκπρόσωπος των Ο.Π, ανέπτυξε το θέμα «Ηλεκτροπαραγωγή και Περιβάλλον» τονίζοντας τα εξής:
Ο λιγνίτης είναι ρυπογόνο και ακριβό καύσιμο. Προκαλεί σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία και το περιβάλλον, ενώ είναι υπεύθυνος για το 1/3 των εκπομπών της χώρας σε CO2. H λιγνιτική κιλοβατώρα εμφανίζεται πλασματικά φτηνή, διότι δεν υπολογίζεται το περιβαλλοντικό (εξωτερικό) κόστος, το οποίο πληρώνουν κυρίως οι τοπικές κοινωνίες και καρπούται η ΔΕΗ. Η τελευταία, δεν πληρώνει για την κατανάλωση ή την καταστροφή τριών φυσικών πόρων (λιγνίτη, νερών, εδαφών). Αν γινόταν σωστή κοστολόγηση τότε η λιγνιτική κιλοβατώρα θα κόστιζε 30-40% ακριβότερα από την αιολική. Είναι διαχρονικό λάθος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που δεν έβαλε ποτέ θέμα εξωτερικού κόστους του λιγνίτη και δεν διεκδίκησε την απόδοση ενός μέρους του για την ανάταξη του πληγωμένου φυσικού κεφαλαίου της περιοχής.
Είναι σαφές ότι για να επιτύχουμε το στόχο του 2020 για συμμετοχή 40 % ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή πρέπει να μειώσουμε ΔΡΑΣΤΙΚΑ τη λιγνιτική ισχύ. Εάν η Κυβέρνηση και η ΔΕΗ δεν καταθέσει συγκριμένο χρονοδιάγραμμα για μείωση 2000 βρώμικων MW περίπου την επομένη δεκαετία, καμία καινούρια λιγνιτική μονάδα δεν πρέπει να γίνει δεκτή, έστω και αν αντικαθιστά παλιές και λιγότερο αποδοτικές μονάδες. Αυτός είναι ο λόγος που οι Οικολόγοι Πράσινοι αντιτίθεται στις νέες μονάδες της ΔΕΗ στην Πτολεμαΐδα και τη Μελίτη κι όχι γιατί αρνούνται δογματικά τις νέες τεχνολογίες στερεών καυσίμων ή προτείνουν να κλείσουν τα ορυχεία αύριο. Ο λιγνίτης θα παραμείνει αναγκαστικά στο ενεργειακό μίγμα καυσίμου για 30-40 χρόνια, αλλά με αρκετά μικρότερη αναλογία και πολύ ψηλότερες αποδόσεις.
Στο νέο νομοσχέδιο το τέλος ΑΠΕ για τις περιοχές που εγκαθίστανται αιολικά πάρκα είναι 3% όταν το αντίστοιχο τέλοςγια τις «λιγνιτόπληκτες» περιοχές είναι μόνο 0,4%. Είναι λάθος των τοπικών φορέων που δεν έθεσαν θέμα επαναδιαπραγμάτευσης του χαμηλού αυτού ποσοστού κατά τη διαδικασία διαβούλευσης του νομοσχεδίου ΑΠΕ.
Η μεταλιγνιτική περίοδος ήδη έχει χτυπήσει την πόρτα του άξονα Κοζανης - Πτολεμαΐδας - Φλώρινας, αλλά δεν θέλουμε ως περιοχή να το καταλάβουμε. Για αυτό και πέραν των συνθημάτων ή αποσπασματικών προτάσεων, δεν διαθέτουμε ένα ολοκληρωμένο, κοστολογημένο και εφαρμόσιμο σχέδιο. Δεν έχουμε διδαχτεί τίποτα από ευρωπαϊκές περιοχές με ανάλογα προβλήματα (Ρουρ, Λουσατία κλπ) που κατάφεραν να αλλάξουν τη μοίρα τους και να μετατρέψουν τον τόπο τους από τεράστιο ανθρακωρυχείο στο μεγαλύτερο «εργοστάσιο» ανάπλασης τοπίου, δημιουργώντας δεκάδες χιλιάδες πράσινες θέσεις εργασίας. Οι Οικολόγοι Πράσινοι έχουν καταθέσει πρόταση στον πρόεδρο της ΔΕΗ κ. Ζερβό για δημιουργία στο Ν. Κοζάνης 3000 θέσεων εργασίας στον τομέα κατασκευής πράσινου ενεργειακού εξοπλισμού.