Σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση. Συναφές θα είναι το περιεχόμενο με τον τίτλο, δεν θα είναι ακριβώς αυτό, αλλά θα είμαι όσο γίνεται πιο σύντομος.
Λοιπόν, το ζήτημα της ιθαγένειας στην Ελλάδα μέχρι πριν από τρεις μήνες δεν το συζητούσε σχεδόν κανένας. Για το θέμα αυτό έχει γραφτεί ένα βιβλίο από μία καθηγήτρια ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου της Νομικής σχολής της Θεσσαλονίκης, ένα ακόμη βιβλίο από έναν συνταξιούχο τμηματάρχη του Υπουργείου Εσωτερικών και τα τελευταία τέσσερα χρόνια τρεις νεότεροι ιστορικοί πολιτικοί επιστήμονες και νομικοί αντίστοιχα έχουν ξεκινήσει συστηματικά να αρθρογραφούν για τα ζητήματα ιθαγένειας στον ελληνικό και διεθνή τύπο.
Άρα το πρώτο που πρέπει να σκεφτούμε είναι για ποιον λόγο η ιθαγένεια ήταν εντελώς εκτός ατζέντας. Κατά την άποψή μου αυτό δεν είναι κάτι ιστορικά αυθαίρετο, ούτε τυχαίο αλλά απαντά σε μια αναγκαιότητα η οποία είχε συγκροτηθεί ιστορικά στο ελληνικό πολίτευμα: να μην συζητάμε τα ζητήματα τα πιο σημαντικά. Τα ζητήματα εκείνα τα οποία μένουν στο άβατο, αν θέλετε, της δημόσιας διαβούλευσης, δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν και αυτά τα ζητήματα ένας εύστοχος όρος στην πολιτική επιστήμη τα είχε ονομάσει «μη ζητήματα». Δηλαδή η
ιθαγένεια μέχρι τα Χριστούγεννα, μέχρι την παραμονή Χριστουγέννων του 2009 που δημοσιοποιήθηκε το σχέδιο νόμου, ήταν ένα «μη ζήτημα» όπως και πολλά άλλα ζητήματα.
Τα «μη ζητήματα» λοιπόν είναι εκείνα τα οποία ακριβώς συγκροτούν, επιτρέψτε μου λίγο θεωρία, τον σκληρό πυρήνα των σχέσεων ηγεμονίας μέσα σε μια πολιτική κοινότητα. Δηλαδή μπορούμε να συζητάμε τα ελάσσονος σημασίας ζητήματα, αλλά αυτά που είναι η καρδιά της ηγεμονίας δεν τίθενται ποτέ προς συζήτηση. Και είναι τα μη ζητήματα τα οποία συγκροτούν αυτόν ακριβώς τον πυρήνα και τα άλλα τα οποία είναι τα ευκολότερα. Αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η ιθαγένεια ήταν πάντα ένα μη ζήτημα. Δηλαδή ένα προϊόν μιας μη απόφασης είναι το γεγονός ότι από τον εμφύλιο και ύστερα, έχει σημασία η τομή του εμφυλίου, έχει δημιουργηθεί στην Ελλάδα μια κρυφή ατζέντα για την ιθαγένεια. Αυτή η κρυφή ατζέντα αντανακλάται στην ελληνική έννομη τάξη και στην ελληνική διοικητική πρακτική σχετικά με την ιθαγένεια.
Τί εννοώ μια κρυφή ατζέντα; Εννοώ ότι το περιεχόμενο της θεματολογίας σχετικά με την ιθαγένεια δεν υπάγεται σε κανέναν δεσμό ή σε θεσμό λογοδοσίας πολιτικού, νομικού ή κοινωνικού ελέγχου. Δεν ελέγχεται. Δεν ξέρουμε. Το καθεστώς ιθαγένειας στην Ελλάδα, να το πω απλά, μέχρι και σήμερα που μιλάμε είναι ένα καθεστώς αποφάσεων. Μόνο αποφάσεις ρητές ή άρρητες, φανερές ή κρυφές, πάντως ένα καθεστώς στο οποίο δεν υπάρχουν κανόνες.
Νομίζω ότι με αυτήν την εισαγωγή μου επιτρέπεται να πω δυο κουβέντες σχετικά με αυτήν την μετάβαση που έχει σημασία, που συντελείται σήμερα. Διότι αν μπορώ να χαρακτηρίσω με μια κουβέντα αυτή την μετάβαση θα την χαρακτήριζα μετάβαση από το καθεστώς του μη ζητήματος στο ζήτημα. Από το καθεστώς των αποφάσεων σε καθεστώς κανόνων όχι κατά ανάγκη δίκαιων, αλλά κανόνων. Τι εννοώ με αυτό και ποιο είναι το χαρακτηριστικό της έννοιας του κανόνα; Η έννοια του κανόνα έχει ένα εξαιρετικό χαρακτηριστικό και εκείνο είναι που την διαφοροποιεί από την απόφαση. Το γεγονός ότι αν ξέρουμε τον κανόνα είμαστε σε θέση να προβλέψουμε τι θα συμβεί αν συμμορφωθούμε με αυτόν ή αν τον παραβιάσουμε. Και αυτό στα νομικά ονομάζεται ασφάλεια δικαίου. Είμαι σε θέση να προβλέψω τι θα γίνει άμα ζήσω εδώ πέρα 15 χρόνια, 20 χρόνια, 30 χρόνια. Ξέρω λοιπόν ότι με έναν αυστηρό κανόνα πολιτογράφησης, άμα ζήσω στην Ελλάδα 25 χρόνια θα αποκτήσω την ελληνική ιθαγένεια. Τέτοιος κανόνας στο προηγούμενο καθεστώς δεν υπήρχε. Μολονότι έλεγε ο κώδικας ελληνικής ιθαγένειας ότι χρειάζεται ο αλλοδαπός να  ζήσει στην Ελλάδα μια δεκαετία την τελευταία δωδεκαετία. Γιατί δεν υπήρχε τέτοιος κανόνας; Διότι υπήρχε ένας άλλος κανόνας μέσα στον κώδικα ελληνικής ιθαγένειας, ο οποίος έλεγε ότι ο κώδικας της ελληνικής ιθαγένειας, άρθρο του κώδικα της ελληνικής ιθαγένειας, εξαιρείται από τις προθεσμίες που προβλέπει ο κώδικας διοικητικής διαδικασίας.
Άρα βλέπετε λοιπόν, στα νομικά ο διάβολος βρίσκεται στην λεπτομέρεια. Μπορεί να λέμε ότι χρειάζεται 10 χρόνια ο αλλοδαπός να έχει ζήσει στην Ελλάδα για να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια. Αλλά αυτό δεν αφορούσε τους Αλβανούς, δεν αφορούσε τους Βούλγαρους, δεν αφορούσε κανέναν πρώην Γιουγκοσλάβο, με εξαίρεση μερικούς Σέρβους και όχι όλους. Δεν αφορούσε τους Αρμένιους. Μου έχει πει μια υπάλληλος του τμήματος ιθαγένειας σε ανύποπτο χρόνο, όταν είχα ξεκινήσει την δουλειά μου για την ιθαγένεια: «Οι Αρμένηδες είναι πιο σκληροί από εμάς, ευκολότερα γίνεται Έλληνας ο Αζέρος παρά ο Αρμένιος». Αυτό το λέω γιατί έχει την αξία του λίγο.
Με δυο λόγια, η διάταξη η οποία εξαιρεί την πολιτογράφηση από τις προθεσμίες είναι μια διάταξη η οποία ουσιαστικά ακυρώνει την έννοια του κανόνα. Εάν ζητάς από ένα κράτος κάτι και αυτό δεν απαντά, ουσιαστικά ακυρώνει, είναι σαν να αναιρεί, την υποχρέωση που έχει έναντι όλων των συναλλασσόμενων μαζί του να παρέχει μία απάντηση η οποία, το ξαναλέω, δεν σημαίνει ότι είναι η ορθή, δεν σημαίνει ότι είναι η δίκαιη αλλά σημαίνει ότι είναι μία απάντηση. Και η μη απάντηση του κράτους δηλαδή η μη υπαγωγή σε προθεσμίες σε συνδυασμό με το αναιτιολόγητο, με το γεγονός δηλαδή ότι η απορριπτική απάντηση δεν αιτιολογείται, έχει ως αποτέλεσμα η εξουσία η οποία στα κράτη δικαίου είναι επιφορτισμένη να ελέγχει την διοίκηση όταν παραβιάζει τους κανόνες να είναι ανίσχυρη, δηλαδή να αυτοαναιρείται.
Με δυο λόγια η δικαστική εξουσία στην Ελλάδα για ζητήματα ιθαγένειας μέχρι σήμερα μας έχει δώσει μια εξαιρετικά χαμηλής έντασης περιεχομένου και ποσότητας νομολογία. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ουσιαστικά δια αυτής της νομοθεσίας δεν είχε την δυνατότητα να κάνει τίποτα. Μπορεί κανείς να πει δεν είχε και το πολιτικό θάρρος να κάνει τίποτα. Αλλά σε όλες τις περιπτώσεις το Συμβούλιο της Επικρατείας μέχρι σήμερα ήταν υποχρεωμένο, προκειμένου να δώσει λύσεις σύμφωνες με κράτος δικαίου για την ιθαγένεια, να λειτουργήσει κόντρα λέγκεμ, δηλαδή να πάει πέρα από το νόμο.
Λέγοντας αυτά λοιπόν, προφανώς συμφωνώ με την αρχική εισήγηση: η αλλαγή η οποία πραγματοποιείται σήμερα είναι τομή και έχει κάτι το ιστορικό. Έχει κάτι το ιστορικό διότι αφενός μεν το τελευταίο στεγανό αυθαιρεσίας και απόφασης της ελληνικής έννομης τάξης προσπαθεί να το τακτοποιήσει με κανόνες και έχει και κάτι το ιστορικό διότι για μία ακόμη φορά στην ελληνική πολιτική ιστορία το ελληνικό έθνος, η ελληνική πολιτική κοινότητα ξαναδείχνει σημάδια ιστορικής κινητικότητας. Θα εξηγήσω και τα δύο.
Συχνά η διαμάχη που διεξάγεται σχετικά με το ζήτημα της  ιθαγένειας φέρεται ως μία διαμάχη Αριστεράς και Δεξιάς. Αυτό ισχύει δηλαδή προφανώς στη γραμμή της μη αλλαγής του κώδικα της ιθαγένειας. Συμπαρατάσσεται ένα κομμάτι, ας πούμε η Δεξιά, ενώ από την άλλη πλευρά υπάρχει το προοδευτικό στρατόπεδο, όπως θέλετε πέστε το δεν έχει σημασία. Κατά την άποψη μου, λοιπόν, νομίζω ότι τα πράγματα είναι λίγο πιο σύνθετα: δηλαδή το πρώτο το οποίο ουσιαστικά διακυβεύεται είναι, αν θέλετε, το κράτος δικαίου, δηλαδή το κράτος κανόνων με ένα κράτος αποκλειστικά και μόνο αποφάσεων. Το δεύτερο που διακυβεύεται είναι διαφάνεια απέναντι στην απόλυτη αδιαφάνεια και στη σκοπιμότητα, δηλαδή νομιμότητα versus σκοπιμότητα. Το τρίτο το οποίο διακυβεύεται και το οποίο έχει νομίζω τη σημασία του είναι η δημοκρατία απέναντι στον ελιτισμό για τον οποίο μιλήσατε διότι αν θέλετε η πεμπτουσία της λαϊκής κυριαρχίας ποια είναι από τη γαλλική επανάσταση και ύστερα; Η πεμπτουσία της λαϊκής κυριαρχίας είναι ότι το σώμα των ανθρώπων που υπάγεται στους νόμους είναι και εκείνο που είναι σε θέση να επηρεάζει τους νόμους. Αυτό είναι, το 1789 περί αυτού ήταν. Το σώμα των ανθρώπων που υπάγεται σε κανόνες δικαίου να είναι σε θέση να παίρνει την δική του απόφαση, με εκλογές να συμβάλει στο να αλλάζουν αυτοί οι κανόνες. Λοιπόν αυτό ως τώρα στην Ελλάδα δεν ίσχυε για ένα μείζον τμήμα του ελληνικού πληθυσμού – χρησιμοποιώ τον όρο πληθυσμός με την έννοια των ανθρώπων που έχουν στην Ελλάδα το κέντρο των βιοτικών τους σχέσεων- αυτό δεν ίσχυε για ένα εκατομμύριο περίπου ανθρώπους. Άρα από το 1990 και ύστερα που εντάθηκαν οι μεταναστευτικές ροές προς την Ελλάδα συσσωρεύτηκε ένα εξαιρετικά κρίσιμο, ένα μείζον δημοκρατικό έλλειμμα. Ο κόσμος που ήταν αναγκασμένος να συμμορφώνεται με τους νόμους, δεν μπορούσε να..παράξενο όμως δηλαδή, δεν μπορούσε δηλαδή με τη βούληση του να εκφράσει την δυνατότητα του προκειμένου να διαμορφώσει τους κανόνες δικαίου.
Τέλος αυτό το οποίο νομίζω ότι αλλάζει και το οποίο το υπαινίχτηκα είναι ότι μια πολιτική κοινότητα, θέλει δεν θέλει, δεν μπορεί να είναι στατική. Ακούω αυτούς τους ανθρώπους που λένε «Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι» και πραγματικά απορώ. Λίγη ιστορία δεν ξέρουνε; Δηλαδή πώς έγινε αυτό το ελληνικό έθνος; Πήρε από την αρχή από τη Σαντορίνη, την Κάρπαθο, την Κρήτη και έφτασε στην Θράκη και όλους τους έκανε Έλληνες με τη μία και έκτοτε  έχουμε μείνει εκεί; Τόσο άχρηστοι είναι δηλαδή; Ιστορία δεν ξέρουν, δεν ξέρουμε  πώς έγινε η Ελλάδα; Η Ελλάδα έγινε όπως έγιναν τα περισσότερα σύγχρονα κράτη-έθνη, κάνοντας Έλληνες, κάνοντας Γάλλους κάνοντας Γερμανούς, κάνοντας Ιταλούς. Απλώς κάποιοι εθνικοί μύθοι το παραδέχονται ας πούμε. Πριν από δύο αιώνες οι Ιταλοί λέγανε: τώρα την κάναμε την Ιταλία ας κάνουμε Ιταλούς, να αλλάξουμε τα μυαλά των ανθρώπων και πάει λέγοντας.
Άρα περί αυτού πρόκειται νομίζω και σήμερα. Πρόκειται για μια σημαντική αν θέλετε στιγμή, ένα σημαντικό στιγμιότυπο στην ιστορία της συγκρότησης της ελληνικής πολιτικής κοινότητας, μέσω της λογικής της συμπερίληψης -και νομίζω ότι αυτό χαρακτηρίζει ένα σχετικά ανοιχτό καθεστώς ιθαγένειας- και όχι μέσω της λογικής του αποκλεισμού, που κυριαρχούσε και κυριαρχεί μέχρι σήμερα στο ελληνικό δίκαιο της ιθαγένειας. Και που δυστυχώς, όπως μπορεί να μας φέρει στο μυαλό μια στοιχειώδης γνώση της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, δεν αφορούσε μόνο τους ξένους. Αλλά ο αποκλεισμός από την ελληνική ιθαγένεια ήταν και το βασικό όπλο που το ελληνικό πολίτευμα είχε στις δυσκολότερες του στιγμές, προκειμένου να ξεφορτώνεται όσους Έλληνες δεν του κάνανε. Ποιοι δεν του κάνανε; Οι κομμουνιστές και οι μειονοτικοί.
Άρα λοιπόν νομίζω ότι λέγοντας αυτά οφείλουμε να συμπαραταχθούμε στην αλλαγή του καθεστώτος ιθαγένειας και να δώσουμε μια ισχυρή ιδεολογική μάχη, διότι η άλλη πλευρά την δίνει με νύχια και με δόντια. Η εδώ πλευρά δεν την δίνει. Δεν την δίνει επειδή το ΠΑΣΟΚ δεν είναι σε θέση να τη δώσει, διότι και μέσα στο ΠΑΣΟΚ υπάρχουν πάρα πολλοί που δεν είναι καθόλου πεισμένοι ότι κάνουνε το σωστό. Η Αριστερά δεν την δίνει, διότι θεωρεί ότι έχει να δώσει άλλες μεγαλύτερες μάχες, και αυτή ανακάλυψε, ίσως μάλλον πρόσφατα, ότι  είναι πολύ κρίσιμη και πάρα ταύτα δεν την βλέπω να είναι όσο δοσμένη έπρεπε. Άρα με την έννοια αυτή χαιρετίζω την εκδήλωση αυτή γιατί είναι μια ιδεολογική μάχη που πρέπει να τη δώσουμε και εμείς με νύχια και με δόντια.
Τη μάχη την έδωσαν οι άλλοι με νύχια και με δόντια και από την παραμονή των Χριστουγέννων που δημοσιεύτηκε η νομοθετική πρωτοβουλία μέχρι προχτές που ανακοινώθηκε το σχέδιο νόμου κατάφεραν και κέρδισαν πολλά. Δεν υπήρχαν από την εδώ πλευρά αντίβαρα (εδώ δεν εννοώ ΕΔΩ), προκειμένου να δημιουργηθούν τα αντισταθμίσματα προς την δική μας κατεύθυνση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το αρχικό σχέδιο νόμου, συμμερίζομαι επίσης την αξιολόγηση, σε πολλά να γίνει δυσκολότερο. Αξιολογώ εν τάχει. Η διαδικασία της πολιτογράφησης για την πρώτη γενιά των μεταναστών είναι εξαιρετικά δύσκολη και έγινε ακόμα πιο δύσκολη. Με το σχέδιο νόμου απλώς μπήκαν κανόνες, και αυτό είναι ευχάριστο. Πάντως νομίζω ότι οι χαμένοι της ιστορίας είναι η πρώτη γενιά. Η δεύτερη γενιά [σημείωση Ξένιας: μάλλον λείπει το «όχι τόσο»] επειδή ξέρετε οι Έλληνες δείχνουν πόσο φιλάνθρωποι είναι πόσο αγαπούν τα μικρά παιδιά και όλα αυτά… Εντάξει το σχέδιο νόμου δείχνει τη γενναιοδωρία του και απέναντι στην τρίτη γενιά, τη γενιά δηλαδή που δεν έχει αρχίσει ακόμα να γεννιέται. Κατ’ ελάχιστον, έστω, το σχέδιο νόμου δείχνει την υποχρέωση για αυτοδίκαιη, ας το πούμε, ιθαγένεια. Αυτό που λέμε το διπλό δίκαιο του εδάφους. Λέγοντας αυτά, νομίζω ότι ακόμα και σήμερα, που νομίζω ότι η ιθαγένεια δεν είναι το κέντρο της πολιτικής επικαιρότητας, είναι ένα ζήτημα το οποίο αξίζει την προσοχή μας, αξίζει το πολιτικό μας ενδιαφέρον, αξίζει την πολιτική μας στράτευση. Διότι, πιστέψτε με, χτες που έγινε συζήτηση μέσα στην Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης της ελληνικής Βουλής για το θέμα της ιθαγένειας και πήραμε για πρώτη φορά το σχέδιο νόμου, διαφορετικό από το προσχέδιο που είχε
κυκλοφορήσει μια εβδομάδα νωρίτερα, είδαμε μια διάταξη η οποία αν περάσει ουσιαστικά καταργεί αυτό που λέμε: την υποχρέωση αιτιολογίας.
Σας την διαβάζω εν τάχει: Δεν κοινοποιούνται, λέει, στον ενδιαφερόμενο αιτούντα πολιτογράφηση κρίσεις και πραγματικά περιστατικά και στοιχεία ή αιτιολογίες, αναγόμενες σε ζητήματα γενικής πολιτικής της χώρας. Που σημαίνει ότι η ελληνική πολιτική δημόσια διοίκηση μπορεί να πει συγνώμη δεν μπορούμε να δεχτούμε πολλούς Αλβανούς γιατί θα δημιουργήσουν αυτονομιστικούς πυρήνες Αλβανών, δεν μπορούμε να δεχτούμε Ταϊβανέζους, γιατί θα μας κάνει μπαμ η Κίνα, δεν μπορούμε να δεχτούμε Αιγύπτιους γιατί δεν μας υποστηρίζουν στον ΟΗΕ – και πάει λέγοντας. Με αυτήν την διάταξη παλεύουμε από χτες ως Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου να τα βγάλουμε πέρα. Με την συνδρομή της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και μερικών της κυβέρνησης, το καταφέραμε. Τα λέω αυτά, διότι έχει σημασία να καταλάβουμε ότι είναι μια διαπάλη, μια μάχη η οποία πραγματοποιείται τώρα, κυριολεκτικά τώρα: αυτή τη στιγμή, στη Βουλή συζητάνε κατά άρθρον τις τροπολογίες στο νομοσχέδιο.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε ανθρώπους που ξέρουν πολύ καλύτερα αυτά τα θέματα από ότι εγώ, αλλά θα έλεγα ότι μπορούμε να μιλήσουμε και λίγο από την εμπειρία μας σαν καθημερινοί άνθρωποι. Το παράδειγμα του Χρήστου του Δουλκερίδη είναι αυτό ακριβώς που θα θέλαμε να συμβαίνει και στη χώρα μας. Ξέρουμε πολύ καλά ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που έστειλε εκατομμύρια ανθρώπους μετανάστες. Όχι μόνο επειδή το επιλέξανε αλλά και γιατί δεν μπορούσαν να ζήσουνε επειδή διώκονταν. Πήγαν ως πρόσφυγες. Αλλά γενικά όσοι ζούνε στην
Ελλάδα, άλλοι τόσοι ζούνε σε ξένες χώρες.
Η δικιά μας πολιτική στην Ελλάδα πρέπει να είναι η πολιτική που θα θέλαμε να ισχύει για τους Έλληνες που ζουν σ’ άλλες χώρες ως μετανάστες ή που πήγαν και ζήσανε. Και είναι ενθαρρυντικό ότι άνθρωποι όπως ο Χρήστος ο Δουλκερίδης, η Μαρία η Βασιλάκου, στη Βιένη, όπως ξέρετε είναι αντιπρόεδρος του Κόμματος των Πρασίνων στη Βιένη και βουλευτής στο Κοινοβούλιο της Βιένης, ο Μουρατίδης που είναι στη Γερμανία ,από το χώρο των Πρασίνων, αλλά και πολλοί άλλοι Έλληνες. Μέχρι και υποψήφιος Έλληνας ήταν στις ΗΠΑ για πλανητάρχης …υπουργοί, γερουσιαστές…
Στην Ελλάδα, όπως το είπε και ο Χρήστος, είμαστε πολύ περήφανοι που οι Έλληνες αναδείχτηκαν και κατέλαβαν και θέσεις εκλεγμένων πολιτικών, βουλευτών υπουργών, γερουσιαστών κτλ. Αυτό δεν θα πρέπει να είναι και ένα κριτήριο πώς εμείς αντιμετωπίζουμε τα θέματα μετανάστευσης στην Ελλάδα; Αυτό ακριβώς θα πρέπει να είναι. Δηλαδή, αυτοί οι άνθρωποι αναδείχθηκαν γιατί προφανώς είχαν τη δυνατότητα. Και αυτή η δυνατότητα διαμορφώθηκε μέσα από τα πολιτικά δικαιώματα. Εάν δεν τους δίνονταν τα δικαιώματα σε καμμία περίπτωση δεν θα
μπορούσαν να αναδειχθούν σε αυτές τις πολιτικές θέσεις. Είναι ξεκάθαρο σε αυτό το επίπεδο. Πολλοί λένε να κλείσουμε τα σύνορα, να μην μπαίνουν άλλοι μέσα, είμαστε πάρα πολλοί. Υπάρχει κίνδυνος, υπάρχει φόβος μα θα αφήσουμε τους άλλους και δεν θα κοιτάξουμε πρώτα τους Έλληνες;

Πρώτα από όλα η μετανάστευση διαμόρφωσε την ιστορία, δηλαδή όπως και να το δούμε η μετανάστευση υπήρχε. Βέβαια και για εμάς τους Πράσινους και για τους ανθρώπους που αφήνουν την χώρα τους αναγκαστικά δεν θέλουμε να υπάρχουν αιτίες που εξαναγκάζουν τους ανθρώπους να φύγουνε. Δηλαδή σε αυτό θα έπρεπε να βοηθήσουμε, να εξαλειφθούν οι αιτίες.

Γιατί πάρα πολλοί άνθρωποι δεν θέλανε να φύγουν από τη χώρα τους. Bέβαια τι θα κάνεις αν δεν έχεις νερό να πιεις, αν δεν μπορείς να επιβιώσεις, αν απειλείσαι επειδή έχεις άλλη συνείδηση, άλλη πολιτική άποψη ή επειδή είσαι γυναίκα και βρίσκεσαι σε ένα πεδίο μαχών; Υπάρχουν λοιπόν πολλοί λόγοι που εξαναγκάζουν τους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τη χώρα τους. Αλλά, κι αν ήταν ιδανικός ο κόσμος, πάντα θα υπήρχαν άνθρωποι που θα ήθελαν να μεταναστεύσουν, να πάνε σε κάποια άλλη
χώρα.

Το θέμα είναι να δούμε πώς διαμορφώνουμε τους όρους και τις συνθήκες έτσι ώστε και ο μετανάστης να έχει τα δικαιώματα του πολίτη στη χώρα που πάει αλλά και οι κοινωνίες να αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούμε ξαφνικά μετά από χιλιάδες χρόνια να εξαφανίσουμε την μετανάστευση. Η μετανάστευση θα υπάρχει πάντα, άρα θα πρέπει και εμείς να διαμορφώσουμε τις δικές μας δομές ως κοινωνίες και η Ευρώπη στο σύνολο της, όπως ζητάνε και οι Πράσινοι…Θα πρέπει κι εμείς ως κοινωνίες να αντιλαμβανόμαστε ότι πάντα θα υπάρχουν μετανάστες.

Πού είναι το πρόβλημα; Το πρόβλημα είναι όταν κλείνουμε τα μάτια, κρύβουμε τα θέματα κάτω από το χαλί είτε αυτά είναι περιβαλλοντικά, είτε είναι οικονομικά, είτε είναι δημοσιονομικά και μετά ξαφνικά σκάνε. Σκάνε γιατί δεν έχουμε δώσει λύσεις για τα προβλήματα. Δεν είναι ότι η ίδια η μετανάστευση είναι πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι αφήνουμε χωρίς λύσεις αυτά τα ζητήματα… Έτσι, δημιουργούνται αφενός διάφορες ξενοφοβικές αντιλήψεις που βασίζονται κυρίως σε προβλήματα που υπάρχουν στην καθημερινότητα και από την άλλη αφήνουμε να δημιουργούνται παράνομα κυκλώματα που έρχονται να αντικαταστήσουν ή να υποκαταστήσουν – αν θέλετε καλύτερα- την ανάγκη κοινωνικών δομών που υποδέχονται τους μετανάστες, που βοηθάνε…βοηθάνε σε θέματα υγείας, βοηθάνε σε θέματα ποιότητας ζωής έτσι ώστε μετανάστες και ντόπιοι να ζούνε σωστά και καλά. Άρα λοιπόν το πρόβλημα για εμάς είναι ότι οι πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να οριοθετηθούν απέναντι σε εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις που απλώς εκμεταλλεύονται το πρόβλημα για εκλογικούς λόγους. Εμείς πρέπει να δούμε και να επιλύουμε τα προβλήματα έτσι ώστε πραγματικά να βοηθούμε στις διαδικασίες της ένταξης.

Και όπως λένε και οι Πράσινοι στο μανιφέστο τους για τα θέματα της μετανάστευσης προεκλογικά, πρέπει να διαμορφώσουμε μία Ευρώπη που αναγνωρίζει ότι σήμερα το θέμα της μετανάστευσης πρέπει να έχει μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική και αντίστοιχα πρέπει ως χώρα έστω και καθυστερημένα, έστω και μετά από περίπου 20 χρόνια να έχουμε μία εθνική μεταναστευτική πολιτική. Μία εθνική μεταναστευτική πολιτική που δεν θα είναι φοβική, που θα αναγνωρίζει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα που θέλουμε να έχει αντίστοιχα ο Έλληνας μετανάστης στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Αμερική, οπουδήποτε είναι αυτός. Και πρέπει νομίζω να θέσουμε και μία άλλη διάσταση. Δεν είναι μόνο να διεκδικήσουμε ένα νομοσχέδιο το οποίο θα είναι πραγματικά σε αυτή τη λογική, σαν Οικολόγοι Πράσινοι έχουμε πει ότι το νομοσχέδιο ήταν ένα πρώτο βήμα – δυστυχώς όμως γίνανε πολλά βήματα προς τα πίσω – αλλά κυρίως να διαμορφώσουμε τους κοινωνικούς, πολιτικούς και καθημερινούς όρους έτσι ώστε πραγματικά να μιλάμε για ενσωμάτωση των μεταναστών και για εφαρμογή αυτών των θεμάτων στην καθημερινή ζωή.
Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Ξεκινώντας από τα πολιτικά κόμματα, ξεκινώντας από τα συνδικάτα, σκεφτείτε αν ένα κόμμα εδώ είχε επικεφαλής έναν άνθρωπο ο οποίος να ήταν μετανάστης δεύτερης γενιάς.’Οπως συμβαίνει για παράδειγμα στους Πράσινους της Γερμανίας ο Τζέμ Οζντεμίρ είναι παιδί Τούρκων μεταναστών και βρίσκεται σήμερα επικεφαλής των Πρασίνων στην Γερμανία, υπήρξε βουλευτής, ευρωβουλευτής κτλ. Αυτό θα πρέπει να είναι μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία εφικτό και αν θέλουμε να λέμε ότι είμαστε μια δημοκρατική κοινωνία θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το στοιχειώδες: Ότι  δεν θέλουμε απλώς να βοηθάμε τις μεταναστευτικές κοινότητες, αλλά θέλουμε οι άνθρωποι που είναι μετανάστες εδώ και ζουν εδώ να μπορούν να είναι μέλη στα συνδικάτα στα κόμματα στις κοινωνικές οργανώσεις να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες ανάδειξης έτσι ώστε πράγματι αύριο να λέμε ότι μπορούμε  να έχουν οι Οικολόγοι Πράσινοι και  κάποιον δημοτικό σύμβουλο μετανάστη και κάποιον δημοτικό σύμβουλο στις περιφέρειες, βουλευτή στο ελληνικό Κοινοβούλιο ή αύριο και στο Ευρωκοινοβούλιο.
Είναι απλά στοιχειώδη πράγματα τα οποία πρέπει να ταρακουνήσουμε λίγοτην κοινωνία να τα συνειδητοποιήσει. Δεν είναι πια τόσο φοβερό θέμα ώστε να μπαίνει από την αρχή η απαγόρευση, αλλά να μην διατυπώνεται ρητά, ότι μπορεί μεν κάποιος να εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος, αλλά βάζουμε τον όρο από την αρχή ότι δεν μπορεί να γίνει αντιδήμαρχος και δήμαρχος. Μα έλεος, αν τον εκλέξουν οι πολίτες και τον θέλουνε για δήμαρχο γιατί θα έρθει ο εκλογικός νόμος να απαγορεύσει σε αυτόν να γίνει και δήμαρχος.
Είναι όπως έγινε με τους Οικολόγους Πράσινους κανονικά με το 253 έπρεπε να έχουμε επτά βουλευτές, τους πήρε το ΠΑΣΟΚ σήμερα για να κάνει αυτά που κατήγγειλε ως ανεύθυνα  προεκλογικά. Όλα αυτά που κάνει σήμερα έλεγε ότι είναι ανεύθυνα, αδιέξοδα κτλ. Άρα λοιπόν θα πρέπει να διαμορφώσουμε μια δημοκρατική κουλτούρα που ότι λέμε το κάνουμε και ότι θέλουμε για εμάς το δίνουμε και στους άλλους. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Ότι θέλουμε και για εμάς το δίνουμε και στους άλλους. Γιατί διαφορετικά είμαστε μια ελιτίστικη κοινωνία που λέει
ότι εγώ κρατάω όλα τα καλά και συμφέροντα και οι άλλοι απλώς είναι υπηρέτες μου. Αλλά αυτή η δουλοκρατική κοινωνία νομίζω ότι έχει καταργηθεί.
Και τελειώνω με μια απλή παρατήρηση: Πολλά από τα προβλήματα που δημιουργούν την ξενοφοβία σήμερα στην Αθήνα, γιατί δεν είναι ίδια αντιμετώπιση- όποιος έχει οικογένεια που έχει ηλικιωμένα άτομα και χρειάζεται μετανάστες για να βοηθήσουν τα ηλικιωμένα άτομα – θα ήταν αδιανόητο για αυτόν να πούμε ότι διώχνουμε αυτούς τους ανθρώπους που βοηθάνε τα ηλικιωμένα άτομα. Όποιος είναι αγρότης δεν μπορεί να φανταστεί την γεωργική δραστηριότητα να γίνεται χωρίς πραγματικά τους μετανάστες. Τα μεγάλα έργα έγιναν χάρη και στους μετανάστες, πολλές από τις οικοδομικές δραστηριότητες γίνονται χάρη και στους μετανάστες. Αλλά αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να δημιουργήσουμε ανθρώπινες συνθήκες ζωής. Διότι αν δείτε τι γίνεται στον Άγιο Παντελεήμονα ή στο κέντρο της Αθήνας είναι ακριβώς λόγω της απουσίας κοινωνικών δομών και της εκμετάλλευσης κάποιων συνθηκών που είναι απαράδεκτες από άποψη ζωής, καθημερινής ζωής και για τους μετανάστες και για τους ανθρώπους που ζουν εκεί. Εκεί λοιπόν εμείς πρέπει ως Οικολόγοι Πράσινοι , ως κοινωνικά κινήματα να δώσουμε πολύ μεγάλη έμφαση, να τραβήξουμε το χαλί κάτω από τα πόδια των ξενοφοβικών αντιλήψεων και να βοηθήσουμε έτσι ώστε να αναγεννηθεί η πόλη, να αναγεννηθούν οι γειτονιές και να διευκολύνουν την ποιότητα ζωής και για τους μετανάστες και για τους ντόπιους. Αυτό είναι πολύ μεγάλο εργαλείο για να αφαιρέσουμε τα ξενοφοβικά αισθήματα από την ελληνική κοινωνία . Δεν θέλω να πω άλλα.

Να πούμε όμως ότι σαν Οικολόγοι Πράσινοι είμαστε, θέλουμε και επιδιώκουμε όχι μόνο ένα διάλογο με τις μεταναστευτικές κοινότητες και με τους κοινωνικούς φορείς αλλά μέσα από κοινές στρατηγικές, να συμβάλουμε και εμείς με το δικό μας τρόπο χωρίς να επιδιώκουμε κανένα είδος εκμετάλλευσης ή καπελώματος της δουλειάς που γίνεται και από τις μεταναστευτικές κοινότητες και από τους κοινωνικούς φορείς. Έχουμε όμως καλέσει και προσκαλούμε όλους αυτούς τους φορείς γιατί το έχουμε επιλέξει ως στρατηγική μας στις γειτονιές , στις περιοχές που έχουμε δυνάμεις να μπορέσουμε να κάνουμε εκδηλώσεις, πολιτιστικές, καθημερινές συζητήσεις, να αναδείξουμε τα πόσα κοινά έχουμε και το τι μπορούμε να κάνουμε από κοινού. Μάλιστα, ενόψει και των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών προσκαλούμε και τους ανθρώπους που μπορεί να αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα τους αλλά ζουν εδώ να συμμετάσχουν και μαζί να δώσουμε τον αγώνα για πράσινες αλλαγές στην οικονομία, στην κοινωνία και στις πόλεις μας.
Ευχαριστώ πολύ.

Από την ίδρυσή μας (Δεκ. 2002) οι Οικολόγοι Πράσινοι έχουμε διακηρύξει ότι η δικιά μας πρόταση είναι ανεκτική: εμπνέεται από τις πιο ριζοσπαστικές ανθρωπιστικές παραδόσεις, στοχεύει στην ανάπτυξη μιας ανοιχτής, πολυπολιτισμικής κοινωνίας, που αρνείται το ρατσισμό και την ξενοφοβία, μιας Ευρώπης αλληλέγγυας στους μετανάστες, τους πρόσφυγες και τους λαούς του “Τρίτου” Κόσμου.

Ειδικά οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, για τους Οικολόγους Πράσινους, αποτελούν πλούτο και όχι απειλή. Προϋπόθεση, όμως, για να έρθει ο πλούτος αυτός στην επιφάνεια, είναι η αποδοχή της παρουσίας τους και η ισότιμη ένταξή τους στην κοινωνία μας, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά τους στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, στην αναζωογόνηση επαγγελμάτων ολόκληρων περιοχών (αγροτικών και άλλων) αλλά και σχολικών μονάδων, τη στήριξη που έχουν προσφέρει σε ηλικιωμένους και άτομα που έχουν ανάγκη.

Ήδη από το Συνέδριό μας το 2003 έχουμε πει ότι: Υποστηρίζουμε κάθε μέτρο που θα μπορούσε να εγγυηθεί νόμιμη, ασφαλή και αξιοπρεπή είσοδο των αλλοδαπών στη χώρα μας, χωρίς διακρίσεις. Είναι άνθρωποι που, λόγω των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα τους, αναγκάζονται να την εγκαταλείψουν προκειμένου να επιβιώσουν αυτοί και οι οικογένειές τους. Το ότι συνήθως δεν έχουν επίσημα έγγραφα εισόδου δεν αποτελεί επιλογή τους.

Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα δέχεται μεγάλη πίεση από την είσοδο μεγάλου αριθμού μεταναστών, ωστόσο, η αύξηση της αστυνόμευσης των συνόρων ελάχιστα συμβάλλει στη μείωση του αριθμού τους. Αντίθετα, αυξάνει τα κέρδη των λαθρεμπόρων και επιδεινώνει τις συνθήκες και τους κινδύνους του ταξιδιού (όπως διαβάσαμε πρόσφατα  34.000 είναι τα θύματα στη Μεσόγειο και στο Αιγαίο από το 1988-2009). Μια σοβαρή μεταναστευτική πολιτική, αφενός ανοίγει νόμιμους και προσιτούς σε όλους διαύλους μετανάστευσης, και αφετέρου φροντίζει για την αυστηρή εφαρμογή ίσων εργασιακών (και ασφαλιστικών) δικαιωμάτων για έλληνες και ξένους. Παράλληλα, επενδύει σε σοβαρές προσπάθειες βιώσιμης ανάπτυξης αλλά και αναβάθμισης των δημοκρατικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων στις χώρες προέλευσης με στόχο ένα βιώσιμο κόσμο για όλους. Στόχος είναι η ένταξη των μεταναστών/προσφύγων και των οικογενειών τους στην ελληνική κοινωνία με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η παρουσία ανθρώπων από διαφορετικές χώρες και κουλτούρες δεν πρέπει να θεωρείται πρόβλημα αλλά εμπλουτισμός της κοινωνίας που τους φιλοξενεί. Γι’ αυτό στηρίζουμε δομές αλληλεγγύης, γνωριμίας, πρόσβασης στην εκπαίδευση και στα συστήματα υγείας. Ενημέρωση για τις αρχές και τις συνήθειες των πολιτών της χώρας υποδοχής και ενθάρρυνση για τη δημοκρατική λειτουργία αυτόνομων κοινοτήτων των μεταναστών.

Παραχώρηση «διπλής υπηκοότητας» σε όσους ξένους διαμένουν στη χώρα μας για χρόνια και του δικαιώματος εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε συνδικαλιστικό, τοπικό, εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, μετά από εύλογο χρονικό διάστημα από την ένταξη τους στην ελληνική κοινωνία. Σημαντική θεωρούμε επίσης τη συνεργασία των τοπικών φορέων, ιδίως συνοικιακών και διαμερισματικών συμβουλίων με τους εκπροσώπους των μεταναστών κάθε περιοχής, για τη δημιουργία καλύτερων όρων ένταξής τους στην τοπική κοινωνία.

Στο συνέδριο το 2009 μιλήσαμε για μια βιώσιμη μεταναστευτική πολιτική στην Ευρώπη και την Ελλάδα, για τη διαμόρφωση μιας μεταναστευτικής πολιτικής που δίνει λύσεις κατάλληλες και για τους μετανάστες και για τους ευρωπαίους και έλληνες πολίτες.  Μιλήσαμε για την ανάγκη οργάνωσης διαλόγου μεταξύ πολιτισμών και θρησκειών στη χώρα μας,  για την αποσύνδεση του προβλήματος της δημόσιας ασφάλειας από τους μετανάστες

Οι συστηματικές παρεμβάσεις μας σε συνεργασία με ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις και συλλόγους μεταναστών με βάση το αναλυτικό κείμενο θέσεων του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος ‘ Η ΕΥΡΩΠΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΗΠΕΙΡΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ»  προϋποθέτει μεταφορά καλών πρακτικών, διάθεση ανθρώπινου δυναμικού και οικονομικών πόρων και στοχευμένες παρεμβάσεις των Οικολόγων Πράσινων όχι μόνο σε κεντρικό επίπεδο αλλά και στις γειτονιές και τις πόλεις. Έτσι εντάξαμε στην ατζέντα μας και οργανωμένα αποφασίσαμε για:

Εκδηλώσεις γνωριμίας και αλληλοενημέρωησς στις γειτονιές με τη συμμετοχή μεταναστευτικών κοινοτήτων, μουσικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων και συζητήσεων για τους ‘άλλους’, των ωφελημάτων που έχει η Ελληνική κοινωνία από την οργανωμένη παρουσία μεταναστών, τις εμπειρίες των ελλήνων μεταναστών, το ρόλο που παίζουν σήμερα μετανάστες σε άλλες χώρες (ελληνικής καταγωγής βουλευτές σε ευρωπαϊκά κόμματα, στελέχη ελληνικής καταγωγής σε κοινωνικά σημαντικές δραστηριότητες και ρόλους

Ο έλληνας Πράσινος Ευρωβουλευτής μαζί με τους Πράσινους συναδέλφους του να επιδιώξει ώστε η επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης ν’ αποτελέσει ευρωπαϊκή αρμοδιότητα, ώστε να μην φέρουν όλο το βάρος οι συνοριακές χώρες. Ο υπάρχων σχετικός θεσμός FRONΤEX  να λειτουργεί με γνώμονα την προστασία των προσφύγων από τα κυκλώματα και όχι την απαγόρευση εισόδου.

Οι Οικολόγοι Πράσινοι διαπιστώνουμε ότι το σημερινό έλλειμμα δικαιωμάτων των μεταναστών και προσφύγων βλάπτει σοβαρά και τους Έλληνες. Θεωρούμε αναγκαία μια ευρύτερη στήριξη στην προσπάθεια για μια νέα μεταναστευτική πολιτική, μακριά από αγκυλώσεις και αντιλήψεις, που συντηρούν μύθους για εθνική καθαρότητα και αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους αυτούς ως απειλή και ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Διαφορετικά, η περιθωριοποίηση και ο αποκλεισμός τους θα οδηγήσουν μελλοντικά σε κοινωνικές εκρήξεις, που δύσκολα θα μπορέσουμε να διαχειριστούμε ως κοινωνία. Η κυβέρνηση πρέπει  να χαράξει πολιτική αποκλειστικά με βάση το μακροπρόθεσμο συμφέρον της χώρας και τα κοινά συμφέροντα Ελλήνων και μεταναστών, χωρίς να υποκύψει στις πιέσεις συντηρητικών και ρατσιστικών κύκλων και η αξιωματική αντιπολίτευση να διαχωρίσει τη θέση της από τις ακραίες φωνές που θέλουν να κρατήσουν τους μετανάστες στο περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας.

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή, καθώς η πολιτική κοινότητα των Ελλήνων και των Ελληνίδων φαίνεται να αναμετριέται με τους ίδιους τους όρους της συγκρότησής της. Ενώ εδώ και 20 χρόνια είχαμε μεταβολή της πληθυσμιακής σύνθεσης η Ελλάδα παρέμεινε πεισματικά προσηλωμένη σε ένα μοντέλο διατήρησης θεσμικών «στεγανών» ανάμεσα στις μεταναστευτικές ομάδες και στο βασικό κορμό του ελληνικού πληθυσμού.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κρατώντας τις προεκλογικές υποσχέσεις της, φέρνει το νομοσχέδιο που δίνει ιθαγένεια και εκλογικά δικαιώματα στους μετανάστες που ζουν στην Ελλάδα. Για τη μεταναστευτική κοινότητα σίγουρα αποτελεί ιστορική στιγμή το γεγονός ότι για πρώτη φορά στα 20 χρόνια μεταναστευτικής εμπειρίας θεμελιώνεται το δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής και εκπροσώπησης στους δημοκρατικούς θεσμούς για το 10% (περίπου) του πληθυσμού της Ελλάδας. Όπως αναμενόταν με το που έδωσε η κυβέρνηση το προσχέδιο νόμου για δημόσια διαβούλευση υπήρχαν αντιδράσεις από μερίδα του πολιτικού κόσμου και της εκκλησίας. Θεωρούμε ότι οι συγκεκριμένες αντιδράσεις δεν είναι αντιπροσωπευτικές του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία μας αντιμετωπίζει το ζήτημα της αλλαγής του κώδικα ιθαγένειας. Σε μεγάλο βαθμό οι αντιδράσεις αυτές είναι υποκινούμενες, καθώς εμπίπτουν σε έναν σαφή μικροκομματικό σχεδιασμό ενός πολιτικού κόμματος που αναζητά ταυτότητα και βρίσκει λόγω ύπαρξης παίζοντας με το συναίσθημα του φόβου και της ανασφάλειας που νοιώθει μια μεγάλη μερίδα του κόσμο μάλιστα σε περίοδο κρίσης.

Από τη πρώτη στιγμή οι Οικολόγοι Πράσινοι δηλώσαμε ότι το σχέδιο νόμου για κτήση της ελληνικής ιθαγένειας αποτελεί ένα πρώτο θαρραλέο βήμα για την ενσωμάτωση  των πολιτών αυτών στην ελληνική κοινωνία. Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία περιέχει σημαντικές αλλαγές στο δίκαιο της ιθαγένειας, οι οποίες είναι σύμφωνες με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα. Οι αλλαγές αυτές ενισχύουν τη διαδικασία ένταξης αλλοδαπών που διαμένουν επί μακρόν στη χώρα, στους οποίους, εκτός από μετανάστες, συμπεριλαμβάνονται πρόσφυγες, ανιθαγενείς και άλλα άτομα με παρόμοιες ανάγκες προστασίας.
Αναμφίβολα μια ενδελεχής μελέτη των προτεινόμενων λύσεων δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο θετικά όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Έτσι το σχέδιο νόμου που ήρθε στη Βουλή απέχει από την πρώτη παρουσίαση των διατάξεων που δόθηκε για διαβούλευση.

Σας αναφέρω επιμέρους πάντως ρυθμίσεις, όπως:

-η προϋπόθεση νόμιμης και μόνιμης παραμονής και των δύο γονέων λειτουργεί ανατρεπτικά για μεγάλο τμήμα αλλοδαπών που κατοικεί στην Ελλάδα και επιθυμεί να πάρουν τα παιδιά τους την ελληνική ιθαγένεια

– τα εξαντλητικά ποινικά κωλύματα με επίκληση παραβάσεων (που δεν παραγράφονται μάλιστα εν όψει της αίτησης) από τη συκοφαντική δυσφήμηση ως την αντίσταση κατά της αρχής

– η προϋπόθεση για τους συζύγους Έλληνα ή Ελληνίδας με τέκνο για την κατάκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, δηλαδή η βιολογική αδυναμία ή η οικιοθελής βούληση μιας γυναίκας να μη γίνει μητέρα καταδικάζονται με τον πιο αυστηρό τρόπο

-ο περιορισμός της δυνατότητας για αίτηση για πολιτογράφηση μόνο σ’ εκείνους που έχουν άδεια επί μακρόν διαμένοντας. Οι περισσότεροι μετανάστες στη χώρα μας έχουν άδεια παραμονής μέχρι δύο χρόνια και ας την έχουν ανανεώσει πολλές φορές. Όπως είναι γνωστό μόνο 150 άτομα έχουν πάρει μέχρι σήμερα άδεια επί μακρόν διαμένοντας, λόγω του ότι υπάρχουν πολύ αυστηρά κριτήρια, επίσης το παράβολο ήταν 900 Ευρώ. Τώρα με το καινούργιο νομοσχέδιο θα είναι 600 Ευρώ. Αυτό που πρέπει να γίνει τώρα είναι να διευκολυνθούν οι μετανάστες /τριες να αποκτούν το καθεστώς αυτό  και πρωτ’ απ’ όλα να ενημερωθούν γιατί ακόμη συνεχίζουν να κάνουν αιτήσεις για άδεια διαμονής για δύο χρόνια.  Για άλλη μια φορά βλέπουμε ότι η Κυβέρνηση τους βλέπει σαν αντικείμενα εκμετάλλευσης και για πολλούς η απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας θα αποδειχθεί όνειρο θερινής νυχτός.

– αρνητική είναι και η ρύθμιση όσον αφορά το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε τοπικό επίπεδο. Η συμμετοχή των μεταναστών στις τοπικές εκλογές,  ισχύει σε όλη την Ε.Ε. και αποτελεί υποχρέωση της χώρας μας με βάση την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Ο αποκλεισμός του μετανάστη από τα αξιώματα του δημάρχου, του αντιδημάρχου και του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου, αποτελεί πράξη διάκρισης. Επομένως, ο μετανάστης δεν παύει να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο του νόμου, αντί για ενεργό υποκείμενο με ανεξάρτητη και αυτόβουλη παρουσία στο δημόσιο βίο.
– η απαίτηση από τον ενδιαφερόμενο «να αποδεικνύει τη δυνατότητά του να συμμετάσχει ενεργά και ουσιαστικά στην πολιτική ζωή της χώρας», να έχει γνώση της ιστορίας χωρίς η πολιτεία να τους εξασφαλίσει καμία υποδομή, παρόλο που είναι τεράστια τα ποσά των παραβόλων που πληρώνουν οι μετανάστες για τις κάρτες παραμονής (30-40 εκατομμύρια κάθε μήνα)

Έτσι οι φόβοι και οι ανησυχίες όλων των φορέων που ασχολούνται εντατικά με το ζήτημα των ρυθμίσεων για την ιθαγένεια, δυστυχώς, επαληθεύτηκαν.

Οι κινήσεις του ΛΑΟΣ, που έντεχνα είχε φροντίσει να θέσει την υπόθεση της ιθαγένειας ως πρώτη προτεραιότητα στην καθημερινή της ατζέντα και οι προπαγανδιστικές πιέσεις που άσκησε, κατόρθωσαν να εντάξουν επισήμως στο παιχνίδι τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.  Βεβαίως δεν θα έμενε πίσω και  μέρος του πατριωτικού ΠΑΣΟΚ, αλλά και παράγοντες της Εκκλησίας με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις και μέσα α’ αυτούς και ο Αρχιεπίσκοπος.

Ωστόσο, τρεις  τομές για την ελληνική νομοθεσία που αφορούν 1. στην απόδοση της ιθαγένειας με βάση το δίκαιο του εδάφους, 2. στην αιτιολόγηση των αποφάσεων για τις πολιτογραφήσεις, 3. στη συμμετοχή των μεταναστών στις δημοτικές εκλογές παραμένουν και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Συμπερασματικά θα πω ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια να είμαστε αρνητικοί με το νομοσχέδιο.

Αυτό που έχουμε καλά υπόψη μας είναι ότι τα ποσοστά ξενοφοβίας βεβαίως παραμένουν σε ανησυχητικό βαθμό υψηλά, και αν δεν υπάρξει συγκροτημένη ευρεία δημοκρατική επαγρύπνηση όλων μας μπορούν κάλλιστα, από τη μία μέρα στην άλλη, να βρεθούμε μπροστά σε δύσκολες καταστάσεις. Το αποδεικνύουν αυτό τα συνεχή κρούσματα ρατσιστικής-φασιστικής βίας  τα οποία  τελευταία συνιστούν καθημερινό στοιχείο  της επικαιρότητας,  όσα φυσικά καταφέρνουν να καταγγελθούν και δεν τα εξαφανίσει η συγκάλυψη ή η αδιαφορία.  Μας  προβληματίζει βαθιά όχι μόνο η κλιμάκωση  των επιθέσεων απέναντι σε μετανάστες/στριες, πρόσφυγες, ενεργούς πολίτες, ή  η βεβήλωση και καταστροφή χώρων λατρείας αλλά και η αναλόγως αυξανόμενη ανοχή και  απάθεια κοινωνίας και πολιτείας, η ένοχη  σιωπή των περισσότερων πολιτικών χώρων και των ΜΜΕ, η  αδράνεια της αστυνομίας.

Στη συζήτηση αυτή έχει σημασία να θυμόμαστε και τους Έλληνες μετανάστες, και παιδιά μεταναστών, που κατέχουν σήμερα σημαντικές θέσεις στην οικονομική, κοινωνική, πολιτική, κοινοβουλευτική και πολιτική ζωή ευρωπαϊκών και άλλων χωρών. Δεκάδες παραδείγματα έχουμε με Πράσινους σ’ όλη την Ευρώπη ελληνικής καταγωγής. Θεωρούμε ότι οι Έλληνες αυτοί   αποτελούν πλούτο για τις χώρες όπου ζουν, νιώθουμε περήφανοι που το πράσινο κίνημα έχει συμβάλει στην ανάδειξη αρκετών από αυτούς και θέλουμε το ίδιο και για εκείνους που ζουν μόνιμα στη δική μας χώρα.

Τέλος  επισημαίνουμε, ότι η χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας και των πολιτικών δικαιωμάτων σε μέρος των μεταναστών από μόνα τους δεν αποτελεί πανάκια για την ουσιαστική κοινωνική ένταξη. Η πλήρης ένταξη συνεπάγεται ισότιμη και ενεργή κοινωνική και πολιτική συμμετοχή (και όχι κατ’ επίφαση) σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας ζωής, άρση των διακρίσεων και φαινομένων ρατσισμού και επιπλέον τη διαμόρφωση μίας «κουλτούρας» αποδοχής και συμβίωσης με τον «άλλο».

Η ανάγκη για ολοκληρωμένες πολιτικές για το σύνολο των μεταναστών και προσφύγων με στόχο την ομαλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία είναι τώρα πιο επίκαιρο από ποτέ.

Με λένε Λορέτα Μακόλεϊ. Είμαι από τη Σιέρα Λεόνε και μέλος της Οργάνωσης Αφρικανών Γυναικών. Πριν από 5 χρόνια απολύθηκα άδικα από τη δουλειά μου, όπου δούλευα 11 χρόνια. Αποφάσισα να διεκδικήσω το δίκιο μου και τα δικαιώματά μου. Συναντήθηκα έτσι με πολλές γυναικείες οργανώσεις ανάμεσα στις οποίες και το Πανελλαδικό Δίκτυο Μεταναστριών και με άλλες γυναίκες που βρισκόντουσαν στην ίδια κατάσταση με μένα.

Μαζί με τις Αφρικανές μετανάστριες από διάφορες χώρες αποφασίσαμε να φτιάξουμε ένα σύλλογο για να βοηθήσουμε άλλες γυναίκες, που δεν είχαν την ευκαιρία να μάθουν τρόπους για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Οι Αφρικανές, ιδίως, που μένουν κυρίως μέσα στα σπίτια, με τις ελληνικές οικογένειες, δυσκολευόντουσαν να εκφράσουν τα προβλήματά τους.

Στις 27 Φεβρουαρίου 2005 έγινε η πρώτη συνάντηση της Οργάνωσης Αφρικανών Γυναικών.  Από την πρώτη συνάντηση φάνηκε ότι το πρώτο θέμα στην ατζέντα μας ήταν το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν όσες γυναίκες είχαν οικογένεια: Το θέμα της ιθαγένειας των παιδιών, η εγγραφή τους στα σχολεία κι αργότερα η φοίτησή τους στα πανεπιστήμια.

Τα άλλα θέματα που μας απασχολούσαν ήταν

– Πώς να ενημερώσουμε  και πώς να ευαισθητοποιήσουμε τους Έλληνες για τα προβλήματα των Αφρικανών γυναικών.

– Πώς να δημιουργήσουμε δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ Αφρικανών και Ελλήνων;

– Πώς να αναδείξουμε τον πλούτο της κουλτούρας μας και να την κάνουμε γνωστή στους Έλληνες;

– Πώς να δουλέψουμε μαζί με κοινωνικές και άλλες οργανώσεις που μάχονται τον ρατσισμό και ζητούν το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αλλά το ζήτημα που βασάνιζε τις περισσότερες από μας ήταν το θέμα των παιδιών.

Όταν ενηλικιώνονταν, στα 18 τους χρόνια, τα παιδιά αισθάνονταν ότι δεν ανήκουν εδώ. Παρόλο που πολλά είχαν γεννηθεί εδώ, δεν είχαν ελληνική υπηκοότητα, αλλά ούτε και καμιά άλλη, επειδή δεν μπορούσαν να πάρουν την υπηκοότητα της πατρίδας των γονιών τους.

Θα σας πω μερικά παραδείγματα από τις γυναίκες που είναι στην Ένωσή μας. Πρώτα για τα παιδιά :

–         Μια οικογένεια που ζούσε εδώ έφυγαν για να εγκατασταθούν στην Αγγλία. Όταν το παιδί θέλησε να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο είχε πρόβλημα με τα χαρτιά του. Η ληξιαρχική πράξη γέννησης ήταν το μόνο χαρτί που είχε και αυτό φυσικά δεν ήταν αρκετό. Δεν είχε ιθαγένεια, δεν είχε διαβατήριο, δεν ήταν ούτε γραμμένο στο δημοτολόγιο της Αθήνας που είχε γεννηθεί.

–         Πολλά παιδιά δεν έχουν την ελληνική υπηκοότητα, παρόλο που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν εδώ, σπούδασαν εδώ, έχουν μάθει την ιστορία, μιλάνε τα ελληνικά για πρώτη γλώσσα.

–         Για το νέο νόμο έχω να πω ότι για να δώσει την ιθαγένεια στα παιδιά μας πρέπει και οι δύο γονείς να ζουν νόμιμα στην Ελλάδα. Ωστόσο, μια γυναίκα που είναι στην οργάνωσή μας «πέρασε στην παρανομία» μαζί με τα τρία παιδιά της, όταν αποφάσισε να χωρίσει τον άντρα της. Είχε έρθει με νόμιμο τρόπο στην Ελλάδα, με βάση το νόμο για την οικογενειακή συνένωση. Μετά όμως, όταν χώρισε έγινε ξαφνικά παράνομη. Σαν κι αυτήν υπάρχουν κι άλλες και θα υπάρχουν ακόμα περισσότερες στο μέλλον.

–         Υπάρχουν επίσης γυναίκες που δεν είναι καν παντρεμένες και έχουν κάνει παιδί. Ο πατέρας είτε είναι άγνωστος, είτε έφυγε, είτε παντρεύτηκε άλλη.

–         Υπάρχει και η περίπτωση μιας δικής μας γυναίκας που έφερε τα τρία μικρά παιδιά της εδώ από την Αφρική. Ο άντρας της έμεινε πίσω, επειδή είχαν χωρίσει. Τα παιδιά μεγάλωσαν εδώ, πήγαν σχολείο, μιλάνε ελληνικά. Η φίλη μας όμως πέθανε… Τι θα γίνει με αυτά τα παιδιά;

–         Ακόμα υπάρχουν παιδιά που ήρθαν εδώ με το τράφικινγκ. Οι δουλέμποροι τα έφεραν εδώ, και τα παιδιά μεγάλωσαν δουλεύοντας στο δρόμο, Π.χ. τα παιδιά  που ζουν καθαρίζοντας τζάμια. Δεν πήγαν ποτέ στο σχολείο, δεν έμαθαν καθόλου γράμματα. Τι θα γίνει με αυτά τα παιδιά;

–         Πάμε στους μεγάλους τώρα. Υπάρχει κόσμος που ζει και δουλεύει εδώ πολλά χρόνια και ξέρει ελάχιστα ελληνικά. Έχουν έρθει εδώ αναλφάβητοι, δεν πήγαν σχολείο και μιλάνε τα ελληνικά που έχουν μάθει στο δρόμο, όπως ίσως και τη γλώσσα της πατρίδας τους. Δεν έμαθαν ποτέ γράμματα. Πώς θα μάθουνε την ιστορία αφού δεν ξέρουν να διαβάζουν; Τι θα γίνει με αυτούς τους ανθρώπους; Ποιος θα τους σπουδάσει;

Κλείνοντας θέλω να πω δυο λόγια για τον ρατσισμό. Όταν είμουν μικρή  πέρασαν στη γειτονιά μας δυο λευκοί. Μου έκαναν πολλή εντύπωση επειδή δεν είχα ξαναδεί λευκούς. Σας μεταφέρω τη συζήτηση με τον πατέρα μου όταν παραξενεμένη τον ρώτησα:

–         Τι είναι αυτοί, μπαμπά;

–         Άνθρωποι, παιδί μου.

–         Δηλαδή τι είδους άνθρωποι;

–         Άνθρωποι σαν και μας παιδί μου.

Για φανταστείτε να μου έλεγε τότε:

–         Άσπροι, σαν τον διάβολο, παιδί μου… Να τους προσέχεις!»

Αντίθετα με την Φιλοξενία, η λέξη Ξενοφοβία δεν είναι ελληνική. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από έναν άγγλο δημοσιογράφο, στις αρχές του 20ού αιώνα για να περιγράψει το φαινόμενο κατά το οποίο μια εθνικότητα φοβάται την άλλη. Άρα είναι μια σύγχρονη έννοια. Μέχρι τότε η λέξη δεν υπήρχε. Υπήρχε η Anglophobia και διάφορες άλλες λέξεις με τη κατάληξη φοβία, και εκεί γύρω στο 1916 δημιουργήθηκε και η  Xenophobia.

Το γνωστό επίγραμμα στις Θερμοπύλες, όπου οι Σπαρτιάτες κατόρθωσαν να αναχαιτίσουν τον περσικό στρατό πριν σκοτωθεί και ο τελευταίος αμυνόμενος, λέει : «Ω ξειν, αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι». Δηλαδή, ο ξένος, να πάει στους Σπαρτιάτες και να πει  ότι εδώ πεθάναμε υπερασπιζόμενοι την πατρίδα μας… Ο ξειν, αρχικά σήμαινε φίλος. Κάθε ξένος αντιμετωπιζόταν ως φίλος και προστατευόταν από τον Δία. Μετά, η έννοια μεταβλήθηκε και έγινε εχθρός.

Επίσης, στα λατινικά η λέξη hostis (από όπου προέρχεται και η αγγλική hostility) αρχικά σήμαινε φίλος. Όταν όμως η ρωμαϊκή δημοκρατία εξελίχθηκε σε αυτοκρατορία, ο φίλος έγινε κι εκεί εχθρός.

Οι καιροί και τα δεδομένα αλλάζουν, ασφαλώς. Ωστόσο, γιατί η αντίδραση στο νέο νομοσχέδιο για την πολιτογράφηση είναι τόσο μεγάλη; Τι θα πάθουν οι Έλληνες αν κάποιοι ξένοι που ζουν εδώ για πολλά χρόνια αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια;

******************

Το ερώτημα ποιος είμαι, ποιοι είμαστε, σε ποια ομάδα ανήκουμε και πώς μας αναγνωρίζουν οι άλλοι αποτελεί ένα κεντρικό ζήτημα, το οποίο απασχολεί όχι μόνο τα άτομα και τα συλλογικά υποκείμενα, αλλά και τους κοινωνικούς επιστήμονες.

Ο προβληματισμός παραπέμπει στην έννοια της ταυτότητας.

Ένα από τα κεντρικά στοιχεία που ανέδειξε η νεωτερικότητα  είναι η έννοια του υποκείμενου. Όλες οι σύγχρονες κοινωνίες θεμελιώθηκαν πάνω στη έννοια του λογικά σκεπτόμενου άτομου που ανέδειξε η Αναγέννηση. Και όλοι οι κλασσικοί της κοινωνικής θεωρίας, όπως ο Μαρξ, ο Βεμπερ, ο Ντιρκεμ, ο Ζιμελ ασχολήθηκαν με το θέμα της ταυτότητας και τον τρόπο συγκρότησής της. Άρα το πρώτο στοιχείο που πρέπει να έχουμε υπόψη είναι ότι οι άνθρωποι δεν γεννιούνται με μια δεδομένη, αληθινή, φυσική ταυτότητα. Αντιθέτως, υπάρχει ένας αγώνας για την προβολή και επικράτηση μιας ταυτότητας που κατασκευάζεται κάθε φορά – κοινωνικά, ιστορικά, και ορισμένες φόρες συγκυριακά.

Η ταυτότητα λοιπόν, προκύπτει μέσα από μια συνεχή σχέση και διάδραση μεταξύ ομοιότητας και διαφοράς, στο πλαίσιο μιας διαλεκτικής διαδικασίας. Δηλαδή, υπάρχουν κοινά στοιχεία που συγκροτούν την ομοιότητα, την ενότητα και τελικά την ταυτότητα μιας ομάδας. Τα κοινά αυτά στοιχεία βρίσκονται σε αλληλεπίδραση με τις διαφορές που σηματοδοτούν τις άλλες ομάδες και ταυτότητες. Άρα, η ομοιότητα και η διαφορά είναι καθοριστικό στοιχείο της συγκρότησης ταυτότητας σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο.

Πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη διαφορά ως αφετηριακό και συστατικό στοιχείο της ταυτότητας σε όλες τις κοινωνίες. Θεωρούν ότι μια, ή κάποιες διαφορές που βρίσκονται στη βάση μιας ταυτότητας, με κάποιο τρόπο αναδεικνύονται και γίνονται κυρίαρχες. Συγκροτούν δηλαδή κοινωνικά και πολιτικά σημαντικά διαφορετικές ταυτότητες.  Είναι προφανές ότι οι άνθρωποι διαφοροποιούνται μεταξύ τους με πολυάριθμους τρόπους. Μόνον όμως ορισμένες διαφορές συγκροτούν την ξεχωριστή ταυτότητα.

Άρα ορισμένες μόνον ταυτότητες έχουν κοινωνική και πολιτική σημασία και αυτό έχει επιπτώσεις στον πολιτικο-κοινωνικό χώρο.

Αυτές σηματοδοτούν την ύπαρξη μιας ομάδας που επιδιώκει τη διαφοροποίηση της από τις άλλες και θέτει αιτήματα και στόχους. Εδώ ακριβώς έγκειται η λειτουργία της ταυτότητας.

Ως Κούρδος της Τουρκίας, αναγκάστηκα πριν 15 χρόνια να εγκαταλείψω την πατρίδα μου επειδή ένα βασικό στοιχείο της ταυτότητάς μου, η καταγωγή και η γλώσσα που μιλούσαμε στο σπίτι,  δεν ήταν ανεκτά από την επίσημη και κυρίαρχη ταυτότητα.  Αν έμενα στην Τουρκία, επειδή είχα αγωνιστεί για την αναγνώριση της καταγωγής και της γλώσσας μου, θα έμπαινα στη φυλακή για 12,5 χρόνια.

Κατάφερα να φύγω και έφθασα εδώ. Η Ελλάδα ήταν συνειδητή επιλογή μου λόγω της ιστορίας και της προσφοράς της στον πολιτισμό της ανθρωπότητας. Ήθελα να φθάσω στην Αθήνα έχοντας στο νου μου την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Την πόλη που ήταν ένα κέντρο υποδοχής πολιτικών προσφύγων και ένα κέντρο ελεύθερης έκφρασης.

Φθάνοντας στην Ελλάδα, δεν περίμενα τίποτε περισσότερο παρά να εξασφαλίσω τη σωματική ακεραιότητα και την ελευθερία μου. Γι αυτό και δεν επιδίωκα να πάρω επιδόματα και άλλες παροχές που δίνουν οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Οι ελληνικές αρχές δεν αποπειράθηκαν να με παραδώσουν πίσω στην Τουρκία, αλλά απέρριπταν επί πέντε χρόνια το αίτημά μου για πολιτικό άσυλο.

Οι Έλληνες πολίτες όμως ήταν φιλόξενοι και με προστάτεψαν. Στη συνέχεια πήρα άσυλο, σπούδασα, εργάστηκα και τώρα συνεχίζω τις σπουδές μου. Η πρόσβαση στην ελληνική παιδεία ήταν για μένα εξαιρετική ευκαιρία, όπως και μια σειρά από κοινωνικά δικαιώματα που με έκαναν έναν συνειδητό πολίτη. Σήμερα, για παράδειγμα, ξέρω περισσότερα για τους έλληνες φιλόσοφους και πολιτικούς από ότι για τους Κούρδους.

Ωστόσο κάτι που με στενοχωρεί ιδιαίτερα τα 15 χρόνια που σπούδασα κι εργάστηκα στην Ελλάδα, την Ελλάδα που θεωρώ δεύτερη πατρίδα μου, είναι ότι δεν μπορώ να ασκήσω τα πολιτικά μου δικαιώματα.  Φαντάζομαι ότι άλλους που είναι θρησκευόμενοι μουσουλμάνοι ή από άλλα θρησκεύματα, τους στενοχωρεί ότι δεν μπορούν να ασκήσουν τα θρησκευτικά τους δικαιώματα σε νόμιμους χώρους.

Ζούμε σε έναν κόσμο πλουραλιστικό και εκ των πραγμάτων πολυπολιτισμικό. Μπορεί κάποιος να ζει στην Ελλάδα και να ακολουθεί άλλη θρησκευτική ή πολιτισμική παράδοση από την επικρατούσα. Η έννοια της πατρίδας δεν αφορά τον τόπο γέννησης, δεν είναι από πού ερχόμαστε άλλα προς τα που πάμε ! Στη Γερμανία, ο Τούρκος Τζεμ είναι αρχηγός του ισχυρού Πράσινου Κόμματος, όπως πολύ καλά ξέρετε εσείς εδώ σε αυτήν την αίθουσα.

Οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν αντιμετωπίζουν πλέον το θέμα της ιθαγένειας με τη στενή νομική έννοια,  αλλά δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην πολιτισμική της διάσταση. Και όχι πλέον με τρόπο ανταγωνιστικό και συγκρουσιακό, αλλά με την έννοια της συνύπαρξης.

Η κουλτούρα μιας κοινωνίας δεν είναι κάτι περιχαρακωμένο, σταθερό και αιώνιο. Αντίθετα, είναι δυναμική και μεταβάλλεται. Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες  χρωματίζουν τους πολιτισμούς των χωρών υποδοχής, με πινελιές από τους πολιτισμούς που φέρνουν στις αποσκευές τους από την πρώτη τους πατρίδα. Έτσι, στις κοινωνίες υποδοχής, η κυρίαρχη κουλτούρα μεταβάλλεται μέσα από την διάδρασή της με τους διαφορετικούς πολιτισμούς που έρχεται σε επαφή.

Όπως αλλάζουν ολόκληρες κοινωνίες, έτσι αλλάζουν και οι άνθρωποι, είτε πρόκειται για ιθαγενείς είτε για αλλογενείς. Μετανάστες και ντόπιοι βρίσκονται μπροστά σε νέες ιδέες και σε προκλήσεις στις οποίες πρέπει να απαντήσουν με ευελιξία και να προσαρμοστούν με επιτυχία. Η διαδικασία αυτή της ανασύνθεσης ταυτοτήτων κάνει πλουσιότερο τόσο το άτομο όσο και στην κοινωνία μέσα στην οποία ζει.

Βέβαια, η συνύπαρξη δε είναι πάντα εύκολη. Προκύπτουν ζητήματα πολιτισμικών διαφορών, όπως π.χ. το θέμα της μαντίλας και των θρησκευτικών συμβόλων. Αλλά αυτά τα προβλήματα δεν είναι καινούργια. Υπήρχαν πάντοτε, με τον ίδιο τρόπο που Γερμανοί  και Γάλλοι, Έλληνες και Τούρκοι βρίσκονται συχνά σε συγκρουσιακό κλίμα.

Σε διαφορετικές χώρες υπάρχουν διαφορετικά μοντέλα και συνταγές για την ιθαγένεια και τη μεταναστευτική πολιτική,  ανάλογα με τους σκοπούς και το πνεύμα που οι κυβερνήσεις θέλουν να υπηρετήσουν κάθε φορά. Θέλουν να εντάξουν τους μετανάστες ή να τους αφομοιώσουν; Για παράδειγμα στην Αμερική έχουμε δυο διαφορετικά μοντέλα: Στις ΗΠΑ έχουμε τη γενική έννοια της citizenship, δηλαδή ένα πακέτο που περιλαμβάνει και τα πολιτικά δικαιώματα, ενώ στον Καναδά έχουμε ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα ξεχωριστά. Υπάρχει μια τεράστια επιστημονική βιβλιογραφία και μια μεγάλη ιστορία πολιτικών συζητήσεων για το θέμα.

Στην Ελλάδα, οι εξελίξεις θα δείξουν ποιοι ήταν οι στόχοι της απόδοσης πολιτικών δικαιωμάτων στους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Δηλαδή, αν για παράδειγμα, πέρα από την αποκατάσταση της δικαιοσύνης και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μεγάλων ομάδων του πληθυσμού, θα ωφεληθούν μόνον κάποια κόμματα ή ολόκληρη η πολιτική ζωή.

Εγώ πάντως, με το νέο νομοσχέδιο θα είμαι  Κούρδος πρόσφυγας με ελληνική ιθαγένεια,  ευαισθητοποιημένος στα θέματα των προσφύγων, των μεταναστών και των μειονοτήτων. Θα αγωνιστώ για να προσαρμοστώ στις αλλαγές, να αντιμετωπίσω την οικονομική κρίση και να ζήσω σύμφωνα με ένα μοντέλο ζωής που δεν επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τον πλανήτη.

© 2013 Οικολόγοι Πράσινοι - Θεματική Ομάδα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα Suffusion theme by Sayontan Sinha